Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Η ΑΝΕΠΙΓΝΩΤΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ

«Αλλά πού θa είσαι τη στιγμή που θά ’ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;»
[Τρία Κρυφά Ποιήματα, ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ Α΄ , (ΣΤ΄) Γ. Σεφέρη]
Η ανεπίγνωτη απώλεια του εαυτού.
Πως επέρχεται η απώλεια του Εαυτού;
Aπώλεια του Εαυτού, ουσιαστικά, δεν επέρχεται, επέρχεται η απώλεια της μνήμης του Εαυτού.
Ανεπίγνωτα και ανώδυνα ο άνθρωπος χάνει την ανησυχία περί της υπάρξεώς του.
Η ευαισθησία της ψυχής ατονεί αλλά το ίδιο και η μνήμη που συνέδεε τον έναν με τον άλλον και που διατηρούσε ζώσα τη συγκίνηση.
Το ατομικό εγώ αναπτύσσει μια επιχειρηματολογία την οποία θεωρεί «λογική» αλλά καθώς δεν βρίσκεται εν σχέση με τον άλλον, ουσιαστικά είναι παράλογη· περιορίζεται στην ατομικότητα και στις ανάγκες της και δημιουργεί έναν κλοιό που ενισχύει τη χωριστικότητα και σταδιακά αποκλείει τη διαλεκτική.
Ως μέσον έκφρασης του υποσυνειδήτου, το εγώ προσφέρει το έδαφος ώστε ανεξέλεγκτα να καλλιεργηθεί κάθε είδους υποβολή που προέρχεται από τον κόσμο. Υπάρχει μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ του εγώ και του κόσμου. “ΕΓΩ είναι ένας άλλος” γράφει ο Rimbaud. Και ο Σεφέρης, σχολιάζοντας Το ημερολόγιο της Κυρίας Έρσης, γράφει: «αυτό που λέγεται εγώ μπορεί ν’ ανήκει σε πολλούς ανθρώπους..». Ανήκει σε πολλούς ανθρώπους, θα λέγαμε, για το λόγο ότι το εγώ σχηματοποιείται από τις επιρροές των άλλων!
 Όλες οι ασχολίες, οι φροντίδες περιορίζονται στα όρια του χρόνου και ο ίδιος ο άνθρωπος ως βιολογικό ον είναι πεπερασμένος. Η γραμμική αξιολόγηση της ζωής μεταθέτει την ευθύνη από το παρόν στο μέλλον. Παράδειγμα: «τον φίλο μου που είχε πρόβλημα δεν μπόρεσα να τον δω, θα πάω όμως την άλλη εβδομάδα να τον επισκεφθώ».
Δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι την άλλη βδομάδα ο φίλος θα είναι εκεί, ακόμη, υπάρχουν άπειρα παραδείγματα της αναβολής αυτής, η οποία χρεώνει, συνειδησιακά, τον άνθρωπο. Η αναβολή εκφράζει μια λαθεμένη εμπιστοσύνη στο χρόνο και προέρχεται από το εγώ και από τις επιρροές που έχει λάβει από τον κόσμο.
Η ανάμνηση της άχρονης υπάρξεως ατονεί έως ότου χάνεται. Θα εξετάσουμε πως επέρχεται αυτή η απώλεια; Ουσιαστικά, η ύπαρξη είναι πολύ σχετική με τη μοναδικότητα του προσώπου, η οποία αγνοείται, συνήθως.
 Το απόλυτο φιλοξενείται στην ζώσα ύπαρξη ως νόστος και ηθικός προσδιορισμός. Κι όταν μέσα στις συνθήκες που επικρατούν ο νόστος διατηρείται, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι δεν έχει χαθεί η μνήμη (α-λήθη).
Υποβάλλεται κανείς σε μια γενικευμένη άποψη ζωής που δεν συνάδει με τον ίδιο και τα ιδιαίτερα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν ως αξία και μοναδικότητα.
Οι συγγενικές σχέσεις δημιουργούν ένα πλέγμα, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος ως μοναδικότητα δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει, μεσολαβεί η συναισθηματική εξάρτηση κι είναι πάρα πολύ δύσκολο να εντρυφήσει κανείς στη μοναδικότητά του, η οποία δεν γίνεται και διακριτή. Όχι, μόνον, δεν γίνεται διακριτή, αλλά στα πλαίσια αυτά δεν είναι το ζητούμενο.
Η ανησυχία της επιβιώσεως ή της κοινωνικής αποδοχής και της διακρίσεως μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία υποκαθιστά την υπαρξιακή ανησυχία, η οποία θα έδινε την προοπτική της αυτογνωσίας.
 Η ζωή εδώ, μέσα από τη γραμμική αντίληψη του χρόνου, δεν θεωρείται και δεν αντιμετωπίζεται ως πεδίο δοκιμασίας, γι’ αυτό και επέρχεται η λήθη.
Ο Λόγος φέρει στο φως της συνειδήσεως έναν κίνδυνο, που μέσα στον στενό οικογενειακό χώρο μένει ανεξιχνίαστος. Πράγματι, όχι μόνον, ανάμεσα στους στενούς δεσμούς, στους στενούς διαδρόμους της συγκατοικήσεως, αλλά και ευρύτερα στον συμβατικό τρόπο σκέπτεσθαι και ζωής, θα εντοπίσουμε τον κίνδυνο του υπαρξιακού αφανισμού, ο οποίος απορρέει από την συμβιβαστική σχέση του ατομικού εγώ με τη σχετικότητα και το χρόνο.
Οι ηθικοί συμβιβασμοί δεν γίνονται ορατοί μέσα στην οικογένεια, η οποία τους καλλιεργεί και συχνά, εν αγνοία της, τους επιβραβεύει.
Η οικογένεια είναι σχετική με το χρόνο κι όχι με το άχρονο της υπάρξεως. Η συναισθηματική εξάρτηση από τους οικείους οδηγεί σε μια περιοριστική αντίληψη σχετική με το χρόνο.
Συμβαίνει ένας αποπροσανατολισμός. Οι αισθήσεις δεν προσφέρουν τη γνώση της αλήθειας. Το πνεύμα του κόσμου δεν είναι ευδόκιμο για τον ξεχωριστό. Ο αγώνας της επιβιώσεως είναι σκληρός και δεν μπορεί ο άνθρωπος να τον παρακάμψει. Επειδή είναι ον κοινωνικό δημιουργεί τις προϋποθέσεις να γίνεται αποδεκτός, ωστόσο σ’ αυτήν την περίπτωση ισχύει η σχετικότητα. Ανεπίγνωτα, ο άνθρωπος κάθε στιγμή μπορεί να καταστεί ένοχος, αν δεν βρίσκεται σε εγρήγορση. Η ανεπίγνωτη ενοχή ευνοεί την υπαρξιακή λήθη.
Η ανασφάλεια προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου ως βιολογικό ον.
Το ήθος προκύπτει από την επίγνωση της αθανασίας της υπάρξεως.
Oι συμβάσεις τείνουν να καλύψουν ένα αίσθημα ανασφάλειας, ωστόσο καθώς λειτουργούν με το πνεύμα του γραμμικού χρόνου, δημιουργούν έναν κλοιό, μέσα στον οποίο χάνεται η επαφή του ανθρώπου με την αλήθεια και το δίκαιο, χάνεται, επίσης, η ανησυχία του για την αθάνατη ύπαρξή του!
Ο κλοιός, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω, αποτελεί την ίδια τη φυλακή του ανθρώπου. Η αντίληψη που προσφέρουν οι αισθήσεις, που είναι σχετικές με το γραμμικό χρόνο και ο τρόπος σκέπτεσθαι με βάση αυτήν, έχει σαν συνέπεια την απουσία του ανθρώπου από το άχρονο συνεχές. Αυτό όμως τον καθιστά, ανεπίγνωτα, ένοχο, για το λόγο ότι δεν λειτουργεί εν σχέση και απουσιάζει από το παρόν. Κυνηγώντας το χρόνο, χάνει την επαφή του με τη ζωή και το κυριότερο με τον ίδιο τον Εαυτό που βρίσκεται σε σχέση με τον άλλον και το όλον.
Άλλωστε, αυτή η διαδικασία της επανάληψης των λαθών, προέκυψε από το γεγονός ότι απουσιάζει από τη συνείδηση που βρίσκεται στο αέναο παρόν και από την ευαισθησία της ψυχής.
Το βάρος των ενοχών συνιστά αιτία αποσύνδεσης από τη ψυχή. Όταν συμβεί ο αποκλεισμός στην ατομικότητα, ο άνθρωπος αυτοπεριορίζεται και προσανατολίζεται σε στόχους εγκοσμιακούς, ευάρεστους στο στενό του περιβάλλον. Αλλοτριώνεται τότε και η αλλοτρίωση τον αποσυνδέει από την ευαισθησία της ψυχής. Χάνοντας τη σχέση του με το βάθος της υπάρξεώς του, υπόκειται τη φθοροποιά επίδραση του χρόνου. Επιστρατεύει όλον το δυναμισμό του για να δώσει τη μάχη του μέσα στη σχετικότητα, μια μάχη επιβιώσεως και καταξιώσεως, ακόμα και οι γνώσεις που λαμβάνει έχουν αυτόν τον σκοπό..
Εκείνο που αγνοεί, και δικαιολογημένα, είναι πώς να διαχειριστεί την άχρονη ύπαρξή του, μέσα στη σχετικότητα του χωροχρόνου. Καθώς, ενώ μετέχει στο χρόνο, ταυτόχρονα η ύπαρξή του ανήκει στο άχρονο και στο απόλυτο.
O Eαυτός είναι η συνειδητότητα που προσφέρει την επίγνωση της σχέσεως με το όλον και συνδέει, μέσω της ευαισθησίας, με κάθετί ζωντανό, ζώο, φυτό, άνθρωπο κλπ. Δεν έχει σχέση με το χρόνο, δεν περιορίζεται σε όρια φυσικά…
Η ευαισθησία λειτουργεί όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από εξαρτήσεις. Εάν, συνειδητοποιήσει την ύπαρξή του τότε, όχι, μόνον, η ηθική του δεν περιορίζεται σε συμβατικά πλαίσια αλλά τίθεται στην υπηρεσία ενός έργου, σύμφωνα με τάλαντά του για το κοινό καλό.
Η Δευτέρα μεγάλη εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» αποτελεί την αφετηριακή πορεία της αυτογνωσίας, η οποία επιτελείται μέσω της διαλεκτικής. Η διαλεκτική αφορά μια έξαρση από το χρόνο, ο άλλος στην περίπτωση αυτή γίνεται ευκαιρία για την αναγωγή του ανθρώπου προς το Εν. Τούτο αποτελεί μεγάλο και σημαντικό γεγονός, γιατί δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο που κατέρχεται στην Τρίτη διάσταση και υπόκειται τη σχετικότητα, να μην απολέσει την μνήμη της καταγωγής, παραλλήλως, και του ένθεου προορισμού.
Αυτό, ακριβώς, επιχειρεί ο λόγος του Θεού, να τον φέρει σ’ επαφή με τη ψυχή και τη συνείδηση, που λειτουργούν εν σχέση με τον άλλον και το όλον ώστε να μην υποστεί μέσα στο χρόνο τις συνέπειες των λαθών και των παραλείψεων. Όταν προτείνει : «γίνεσθε ως τα παιδία ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών» δίνει πραγματικά έμφαση στην αθωότητα, που προκύπτει από την παιδική ψυχή και στην οποία διατηρείται η ανάμνηση. Το παιδί αποζητά το παιχνίδι, αποζητά το φίλο του για να παίξει.
Στο παιχνίδι της αυτογνωσίας συμβαίνει η διαλεκτική του γίγνεσθαι. Βεβαίως,, αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση γι’ αυτό υπόκειται τη δοκιμασία.
Ο κίνδυνος του υπαρξιακού αφανισμού συμβαίνει όταν επέλθει η λήθη και είναι κίνδυνος γιατί δεν είναι, πλέον, ανήσυχος ο άνθρωπος καθώς κυριαρχείται από έναν αγώνα που είναι τόσο άσχετος με τον ίδιο ως μοναδικότητα, ως υπαρξιακό, και συμπαντικό ον.
Τον κίνδυνο του υπαρξιακού αφανισμού, επισημαίνει και ο ποιητής:
«Αλλά πού θα είσαι τη στιγμή που θα ’ρθει εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;» Γ. Σεφέρης.
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια –Δοκιμιογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου