Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Σελίδες ποίησης

                                                                     Dominicos Theotokopoylos

"ΣΥΝΟΡΟ" ποιητική συλλογή Αλκμήνης Κογγίδου (σελ. 17-22)
                                                                                                Έγειρες στο λάθος

Κι έγειρες στο βάρος
Κι έσβησαν οι φωνές
Τη δική σου φωνή
Κι έμεινες χωρίς
Λαλιά κι έμεινε
Χωρίς τραγούδι
Η δική σου φωνή
Κι έμεινε τ’ αηδόνι
Σιωπηλό. Κι άδειασε
Ο τόπος απ’ της
Γης το αντάμωμα
Απ’ της ψυχής το
Σμίξιμο τον χορό
Της ανοίξεως.

Τώρα πια μη μου
Μιλάς άγγιζε τις
Βάρκες δες το
Ζωηρό τους χρώμα
Περπάτα στη θάλασσα
Κι ετοιμάσου να
Πετάξεις τώρα μη
Μου μιλάς
Χαϊδεύω τη σιωπή μου
Κι αφουγκράζομαι
Την κοίτη του ποταμού
Καθώς κυλάει.


Θα λες βρεθήκαμε
Εδώ κάτω
Όταν θάσαι στο κέντρο
Της σιωπής σου.
Θα λες ζήσαμε
Όταν δεν θάχεις
Παραλείψει να στρέψεις
Ούτε την άλλη σου
Παρειά.
Θα λες συναντηθήκαμε
Ενώ θα κρύβεις το
Δάκρυ της απουσίας.

Μη μετράς
Το χρόνο
Με τον πήχη
Αλλά με το
Βαθύ το
Χάραγμα.                                                           Το σκούρο
Σύννεφο που
Εκάθησε
Ανάμεσα
Στα μάτια σου
Σε χωρίζει
Από σένα
Σε χωρίζει
Από μένα.

Έκλαψες το σούρουπο
Ανάμεσα από τα φρύδια σου
Κύλησε η βροχή
Διπλώθηκε η ιτιά στα δυο
Κι αντήχησε το κλάμα
Τότε έραναν ροδόφυλα
Τη γη δάκρυσε το μπουμπούκι
Κι έφερε τον κεραυνό στα έγκατα
Έτσι υψώθηκε το τραγούδι
Έτσι το θυμόμουν.

Νύχτα,  νύχτα
Τ’ Απρίλη
Μπαίνει η θάλασσα
Στη νύχτα μπαίνει
Απ’ το ανοιχτό παράθυρο
Δε γαλήνεψε η αντάρα
Φουσκώνει το στήθος
Από λόγια που έγιναν
Κύματα και το παρασέρνουν.
Ήρθε ο καιρός
Και να θυμάσαι
Πρέπει την πιο ωραία
Νύχτα τότε που πήγε
Το φεγγάρι να μιλήσει
Τότε που διηγιόταν η ζωή
το παραμύθι.
Πώς γίνεται
Η θλίψη νάχει
Πράσινο χρώμα
Κι όλο το πλούσιο
Τοπίο νάναι
Η αντανάκλασή της.
Πώς γίνεται τα
Μάτια σου να
Δακρύζουν μέσα
Στα δικά μου
Μάτια.
Μη με ρωτάς γιατί
Θλίβομαι
Και πώς
Μια βρύση
Στάζει διακεκομμένα
Η μια σταγόνα
Ακολουθεί την άλλη
Η θλίψη θέλει
Σιωπή γι’ αντάλλαγμα

Θλιμμένο βλέμμα
Θα σε φιλοξενήσει
Η σκέψη μου
Όταν το μάθεις
Θα έχουν διαλυθεί 
Τα σύννεφα.
ΜΜια πρωτομαγιά
Μ’ ένα φιλί εναπόθεσες
Βιόλες και γιούλια
Στην καρδιά μου.
Στο φράχτη
Αναρριχήθηκαν
Ήχοι μακρινών
Λουλουδιών που
Ζούσαν χρόνια
Στην ταρίχευση
Τώρα λάμπουν
Στο σκοτάδι.
Πρωτομαγιά
Τα μάγια
Μου φύλαξαν
Το βράδυ στης
Φιλοθέης
Να ευωδιάζουν
Οι στιγμές
Τι κι αν γυρνούσα
Αλλοπαρμένη
Την άλλη
Σελίδα.

 Έρχεται με την
Ποίηση εκείνη
Με το φως της
Νύχτας αγαπημένη
Βραδινή ώρα.
Έρχεται στη
Μοναξιά της
Νύχτας ζεστή 
πυκνή σιωπή


                                                 Πότε θα κοπάσουν
Οι θόρυβοι του κόσμου
Ν’ αφουγκραστούμε
Το μέγα μυστήριο;
Πότε θα δοθούμε ακέραιοι
Στη σιωπή
Και στον έρωτα;


Πέρα από τη γνώση
Πέρα στο βάθος
Παραμονεύει
Μιαν άλλη μέρα
Ένα άλλο φως
Να ντύσει τις ίδιες λέξεις
Με μουσικό επενδύτη
Να σφραγίσει απ’ τη δική της ουσία
Τη λέξη Αγάπη
Να τραφούμε ως πετεινά τ’ ουρανού
Τον Άρτον και τον Οίνον
Και ως μωρά
Να μαθητεύσουμε στη σοφία
Του Υπερτάτου.



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου